"Η πρώτη περιπλάνηση"



Με ένα νοσταλγικό χαμόγελο, ξύπνησε σήμερα ο ερημίτης. Έκατσε στην είσοδο της σπηλιάς και ταξίδεψε με το μυαλό του πίσω, στον πρώτο καιρό που είχε έρθει δω πάνω. Ένα πρωί είχε σηκωθεί και τράβηξε για το δασός να εξερευνήσει το μέρος.

Φθινόπωρο ήταν και τότε, γι αυτό ίσως το μυαλό του ερημίτη, ξέθαψε μνήμες – ίσως να ήταν και τυχαίο – ποιος ξέρει; Τα παιχνίδια του μυαλού δεν μπορεί, να είναι τυχαία – γι αυτό ήταν σίγουρος πια ο ερημίτης.

Περιπλανήθηκε για ώρες στο δασός, νιώθοντας το μεγαλείο της φύσης να τον κυριεύει. Τότε κατάλαβε πόσα χάνει ο μεταπολεμικός άνθρωπος που «κλειδώθηκε» στις μεγαλουπόλεις και πέταξε το κλειδί μακριά. Ανάσαινε πιο ελαφριά, περπατούσε πιο ανάλαφρα, χαμογελούσε χωρίς λόγο, αλλά βαθιά μέσα του ήξερε πως υπήρχε λόγος.

Να ξαναγίνεις κομμάτι της φύσης, να ξαναγυρίσεις εκεί που ανήκεις, δεν είναι και μικρό πράγμα. Να σε συντροφεύουν δέντρα και πουλιά, στις παλιές κατοικίες των θεών – πόση συγκίνηση προκαλεί τούτο, στον άνθρωπο που θα το επιχειρήσει; 

Σε μια στιγμή σαν να του φάνηκε πως χάθηκε, αλλά έβαλε τα γέλια και είπε στον εαυτό του - δυνατά σαν να ήθελε να τον ακούσουν οι νέοι του σύντροφοι « να γίνεται άραγε να χαθεί κανείς δω πάνω; Και αν υπάρξει αυτός ο χαμός δεν θα είναι ένας χαμός μοναδικός, ανεπανάληπτος;»

Με τέτοιες σκέψεις φωναχτές, ο ερημίτης χώθηκε βαθιά μέσα στο δάσος. Είχε απομακρυνθεί πολύ από την σπηλιά του – μα δεν τον ένοιαζε. Ένα πρόχειρο κατάλυμα ήταν η σπηλιά, ίσως κάποτε να έφτιαχνε καλύβα – αλλά έμοιαζαν και τα δυο τόσο αθώα, μπροστά στις ποντικοπαγίδες των σύγχρονων πόλεων.

Είχε ξεκινήσει με τον Ήλιο για σύντροφο του, μα τώρα αυτός είχε χαθεί μέσα σε πυκνά σύννεφα. Κάπου στην κορυφή του βουνού ακούστηκαν μπουμπουνητά «θα βρέξει» σκέφτηκε ο ερημίτης. μα δεν φάνηκε να τον νοιάζει και πολύ…

Οι πρώτες ψιχάλες της βροχής έπεσαν πάνω στον ερημίτη. «να είναι τούτο ένα βάπτισμα; Ένα καλωσόρισμα των θεών; - Έτσι σκέφτηκε και προχώρησε ανάμεσα στα έλατα.

Βγήκε σε ένα ξέφωτο και αντίκρισε ένα ξωκλήσι – «ακόμα οι άνθρωποι πιστεύουν και προσεύχονται σε θεούς, σκέφτηκε, θα έρθει καιρός που θα μείνουν μονάχοι τους και τότε ποιος ξέρει, αν ο άνθρωπος γίνει θεός ή θηρίο; Αυτός ο πόλεμος που διεξάγεται κει κάτω ενάντια των θέων να είναι άραγε γιατί αποφάσισαν να κάνουν τον άνθρωπο πιο ανεξάρτητο και δυνατό; η για να του πάρουν την τελευταία σανίδα σωτήριας;»

Συνέχισε να περιπλανιέται, οι ψιχάλες δεν τον ενοχλούσαν διόλου. Στη φύση καταλαβαίνει ο άνθρωπος, πως πρέπει να δέχεται τα πράγματα όπως έρχονται. Να τα καλωσορίζει σαν μικρά θεϊκά δώρα – τι σημασία έχει κι αν βραχείς λίγο;  - πόσο μικρός και ασήμαντος μοιάζει ο άνθρωπος μπροστά στο μεγαλείο της φύσης;

Με αυτές τις σκέψεις ήπιε τον καφέ του σήμερα ο ερημίτης – στους ερημίτες υπάρχει χρόνος ακόμα για θυμίσεις, χαμένος χρόνος για πολλούς. Γέλασε σαν είδε μακριά στον ορίζοντα το δάσος, που είχε λάβει το «βάπτισμα» του πυρός.  

Ξέμαθε ο άνθρωπος να αποζήτα ελεύθερο χρόνο, και αν βρει ντρέπεται γι αυτό και ρίχνεται πάλι σε βαθιά πηγάδια, που δεν οδηγούν πουθενά. Οι ερημίτες πάντα θα μας θυμίζουν πως οι άνθρωποι μπορούν να κάθονται σε μια γωνιά και αγναντεύοντας να βρουν το νόημα της ζωής…

Σηκώθηκε να πάει να μαζέψει ξύλα και σιγοτραγουδούσε Ψαραντώνη…












Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

"χαμένος στην ομίχλη"