"Οι αγωνίες του ερημίτη"

Υπάρχει μια παραδοξότητα εδώ στο χάος – θα μου πεις ολόκληρο το εγχείρημα του Χάος είναι μια παραδοξότητα, αλλά αυτά δεν είναι του παρόντος, φίλοι μου. Έλεγα λοιπόν, πως το καλοκαίρι ενώ όλα τα πλάσματα αποκτούν μια ζωντάνια, εμείς εδώ πέφτουμε σε ένα παράξενο «χειμωνιάτικο λήθαργο» - μέσα στο κατακαλόκαιρο…

Σαν να πέφτουμε σε μια «χειμερία νάρκη» και περιμένουμε να ξυπνήσουμε πάλι με τα πρωτοβρόχια. Ίσως να φταίει το ξερό μας το κεφάλι, ίσως πάλι να φταίει η σπηλιά και η μοναξιά – πόσο παράκαιρες ακούγονται οι λέξεις σπηλιά, μοναξιά, ερημίτης μέσα στην καρδία του καλοκαιριού;  Και πόσο αποκτούν νόημα όταν ο τριζοδόντης γέροντας, με την άσπρη γενειάδα κάνει την εμφάνιση του;

Να πω πως τα γραπτά μας θα αραιώσουν - δεν θα γίνω πιστευτός, γιατί δεν υπήρχε και μια συνέπεια μέχρι τώρα – θα μου πεις άραγε γράφει κανείς μονάχα για να είναι συνεπής; Και τα καλοκουρδισμένα ρολόγια είναι συνεπέστατα σε κάτι, αλλά δεν τα εκτιμάμε πια.

Ίσως να έχω στερέψει από θέματα και ψάχνω διαφυγή στην καλοκαιρινή ραστώνη, που όντως μου είναι ενοχλητική.

Και αυτό το κείμενο που μοιάζει «χαμένο» μπορεί να συνηγορεί πως το πηγάδι έπιασε πάτο – έχει στερέψει. Μπορεί και να μην είναι κι έτσι. Ο χρόνος θα δείξει…

Έχω κάτι σκέψεις, αλλά συνήθως μένουν σκέψεις – δεν είμαι και πολύ οργανωτικός γι αυτό διάλεξα σπηλιά και όχι κάστρο. Το να οργανώσεις ένα κάστρο είναι δύσκολο εγχείρημα φίλοι μου – το να κάτσεις να οργανώσεις μια σπηλιά προϋποθέτει πως δεν έχεις και τόσο υγιή μυαλά. Άσε που δεν είναι και πρέπον να κάνεις την σπηλιά να αισθάνεται σαν λατέρνα.

Ίσως να φταίει και η μεγάλη διάρκεια της μέρας που ενοχλεί τον ερημίτη; Αυτή η ηλιοφάνεια, το άπλετο φως που ρίχνεται στην καρδία του, που ακόμα και τώρα κάνουν τα σκοτάδια που έρχονται τρομακτικά.

Όταν νυχτώνει τόσο νωρίς τον χειμώνα το φως της μέρας δεν προλαβαίνει να ξυπνήσει αγωνίες του παρελθόντος. Τον κατατρέχουν πράγματα τον ερημίτη – δεν γεννήθηκε στην σπηλιά. Ένα μέρος του εαυτού του πιστεύει πως η σπηλιά είναι η κρυψώνα του και ένα άλλο μέρος πως εκεί βρίσκεται το βασίλειο του.

Δεν τα ξεκαθαρίζει γιατί θέλει με κάτι να απασχολείτε τις νύχτες. Ίσως γιατί ενδόμυχα πιστεύει πως εκεί που είναι η κρυψώνα μας είναι και το βασίλειο μας και εκεί που είναι το βασίλειο μας δεν είναι παρά μονάχα η κρυψώνα μας.

Με τέτοια καταπιάνεται ο ερημίτης – άλλοτε του φέρνουν γέλια, άλλοτε του φέρνουν δάκρυα. Τα αγαπάει και τα δέχεται και τα δυο - δεν του αρέσουν όμως, μήτε αυτοί που βλέπουν την ζωή σαν ένα μεγάλο Επιτάφιο, αλλά ούτε και οι άλλοι που την βλέπουν σαν μια ατελείωτη βόλτα σε ένα λούνα Παρκ.  

Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, πιστεύει ο ερημίτης, θέλει να πηγαίνει βόλτα στο λούνα Παρκ, αλλά ντύνεται σαν να πηγαίνει στον επιτάφιο. Υπάρχει παραφροσύνη να ντύνεσαι πένθιμα και να βαδίζεις αγέλαστος, για να μπεις στο τρενάκι της χαράς.

Οι προσποιητές είναι οι καλύτεροι ηθοποιοί – αλλά είμαστε εδώ για να δοκιμάσουμε τις υποκριτικές μας ικανότητες; Και θα ζήσουμε μοναχά για το χειροκρότημα του κοινού;

Μα είναι δυνατόν να πιστεύουμε ακόμα πως μπορεί να χορτάσει ο άνθρωπος με  άρτους και θεάματα; Δεν καταλαβαίνουμε πως στο σημερινό Κολοσσαίο δεν είμαστε οι θεατές, αλλά αυτοί που ρίχνονται με τόση ευκολία στα θηρία;

Υ.Γ. αν το έγραφα στο χαρτί αυτό ή θα το τσαλάκωνα ή θα το κρατούσα στο συρτάρι. Αλλά αφού υπάρχει το Χάος ας «πεταχτεί» εκεί…




















Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

"χαμένος στην ομίχλη"